« Παναγιώτης Ι.Γεωργουδής: Ο ΦΥΓΑΣ | Ποιητές της Κρήτης... »

Οι ποιητές...

Αντιγράφω από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ [13.06.1998]:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Εκδήλως ειρωνικός και πικρός ο Μάκης Δεληπέτρος, στην "Απογευματική": "Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ποιητής που δεν πρόλαβε να "αγωνισθεί" για μια θέση στο δημόσιο ούτε θέλησε να γίνει κομματικό αστέρι -πέθανε αναζητώντας όπως πάντα "τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά" και πολύ λίγοι τον θυμήθηκαν εν μέσω μουντιάλ και επαναστατικής γυμναστικής με ΜΑΤ και εραστές της επίζηλης κρατικοδίαιτης μονιμότητας! Άρης Αλεξάνδρου... Ο -πώς;- Άρης Αλεξάνδρου τιμήθηκε, "τιμήθηκε", από το "Μανδραγόρα", που οργάνωσε στην αίθουσα Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδας εκδήλωση για τα 20 χρόνια από το θάνατό του, ευτυχώς με την απουσία των εκπροσώπων των κομμάτων, που είχαν τη στοιχειώδη τσίπα να μην τον... αγιοποιήσουν τώρα ξαφνικά α λα  Άρη Βελουχιώτη. Οι λογοτέχνες όμως που μισούν το...ποδόσφαιρο και αγαπούν την ελεύθερη έκφραση, που στο καλό ήταν, δεν το έμαθε κανείς..."

Αποσυνάγωγος ο Άρης Αλεξάνδρου...  Μια πρόσκληση, έδειξε ότι ακόμα συγκινεί και θέτει ερωτήματα...

421854_10150578431996464_716966463_9460794_1789529019_n.jpg

Ποιητές στη σκιά... το όνομα αυτού του κύκλου εκδηλώσεων. Διοργανωτές οι εκδόσεις Γαβριηλίδης, το 2ο και το 3ο πρόγραμμα της ΕΡΑ... Εκδήλωση αφιερωμένη στον Αλεξάνδρου.

Δύσκολη εποχή για μετακινήσεις. Ο φίλος που τον προσκάλεσε, το γνώριζε καλά. Ήταν αδύνατον, όσο και αν το ήθελε, να ήταν εκεί. Ευχήθηκε καλή επιτυχία... Σήμερα, χωρίς το άλλοθι μιας... ποδοσφαιρικής φιέστας... θέλει να πιστεύει ότι πολλοί ήταν εκείνοι που πέρασαν από το art bar ποιήματα και εγκλήματα, την περασμένη Παρασκευή. Στους καιρούς μας, που η κρίση στιγματίζει την πραγματική ζωή... η ποίηση μας γυρίζει στις ρίζες των παναθρώπινων αξιων.  Όσο κι αν κυριαρχούν... επαναστατικές επιδείξεις... 

Με ιδιαίτερη χαρά, το "εδώ είμαστε" δημοσιεύει την ομιλία του ποιητή Δημήτρη Αθηνάκη:

" «Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός...» ― λέει. Μπορείς, όμως, να είσαι με τα χέρια σφιγμένα και το μυαλό σε εγρήγορση όταν είναι να μιλήσεις για και με τον Άρη Αλεξάνδρου; Η απάντηση είναι «ίσως», και αυτό είναι οριστικό. Γιατί, όπως είναι γνωστό, οι λέξεις δεν θέλουν τόσο πολλή σκέψη ― θέλουν πολλή πράξη· είτε αυτή προηγείται, είτε αυτή έπεται.

Όταν κάνει κρύο, φοράμε ρούχα και ανάβουμε, όταν μπορούμε, κάποιον θερμοπομπό. Όταν κάνει απελπισία, μας φοράει εμάς, τους αναγνώστες, ο Αλεξάνδρου και λειτουργούμε ως θερμοπομπός. Πολύ μελό. Πάμε πάλι: Όταν κάνει κρύο, το μόνο, μάλλον, που ζητάς είναι να σε πάρει ο ύπνος για να ζεσταθείς. Πολύ βαρύ. Πάμε πάλι: Όταν κάνει απελπισία, σίγουρα κάνει κρύο ― με όλες τις έννοιες.

Διαβάζω τον Αλεξάνδρου ως μία σχέση υπόθεσης-απόδοσης. Όταν ή αν, τότε... Μα αφού ψάχνεις να τον καταλάβεις ― καμπάνα η φωνή μέσα μου. Ζητάω, απλώς, να καταλάβω πώς καταφέρνει και με βάζει στο παιχνίδι ενός αέναου κρυφτού. Ουδέν κρυφτόν υπό τον Άρην. Μάλιστα, ουδέν κρυφτόν. Αν θες να διαβάσεις τις λέξεις του, τότε είσαι υποχρεωμένος να ξεχάσεις κρύο, παιχνίδια και ό,τι άλλο σού έχει χαρίσει ο πολιτισμένος πολιτισμός. Νά τα πάλι.

Ο Αλεξάνδρου είναι οι βόλτες στην πόλη. Είτε μια Κυριακή που αυτή είναι καμένη, είτε αυτή λυπάται που δεν είναι καμένη για να 'χει έναν ακόμη λόγο να γκρινιάζει. Το έργο του, κάτω από τη σκιά ενός λόγου που συνεχώς ανακαλύπτεται, αδυνατεί να ενταχτεί σε ένα απλό «είτε, είτε» ― πόσω μάλλον σε μια βόλτα. Αυτός ο γραφιάς μπορεί να σε αναιρέσει, τη στιγμή που έχεις φορέσει υπερήφανα το χαμόγελο της επιτυχίας. Μπα! Σ' το μετατρέπει αυτόχρημα σε χαμόγελο σχιζοφρένειας, συνοδευόμενο από τη φράση: «Τι λες, ρε παιδί μου;»

Πολύ περπάτημα χρειάζεται για να φτάσεις στο τέλος. Όλα θα 'ναι καλά στο τέλος· αν δεν είναι καλά, δεν είναι το τέλος. Εδώ, το πρόβλημα που έχω είναι πως όλα είναι καλά, αλλά τέλος δεν βρίσκω. 33 χρόνια γράμματα, 33 ολόκληρα χρόνια να προσπαθεί να ξεσκονίζει την καθεμέρα του, κι εσύ, μικρότερος κι απ' αυτά τα χρόνια, να παλεύεις να βρεις τη μία και μόνη λέξη που θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Όχι, να μείνεις εκεί που είσαι ― η φωνή πάλι. Ο Αλεξάνδρου έγραφε για το εδώ και το τώρα· εσύ πού θες να πας, δηλαδή;

Στην πραγματικότητα, πουθενά δεν θέλω να πάω. Αλλά αντέχεται το τώρα; Το εδώ αντέχεται; Οπλίζεσαι με υπομονή και με όση γνώση σού έχουν χαρίσει τα χρόνια σου. Αντέχεται, λες, εάν είσαι σε θέση να χωρέσεις κάπου, σε μια χαραμάδα. Ε, λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος μπορεί να σου δώσει αυτή τη χαραμάδα, μάλλον γιατί έζησε σ' αυτήν ― όλη του τη ζωή. Και δεν τον πήρε, ούτε τον σήκωσε. 33 χρόνια γράμματα, τέτοια γράμματα. Ε, δεν το λες και λίγο.

Αν βαρέθηκες τις βόλτες στην πόλη, τότε υπάρχει και το ταξίδι έξω απ' αυτήν. Να μην τα φοβάσαι τα ταξίδια, γιατί, αλλιώς, υποψιάζομαι, ο Αλεξάνδρου θα θυμώσει. Δεν το εννοώ καθόλου μεταφυσικά. Θέλω, απλώς, να πω ότι αν φοβάσαι τα ταξίδια, τότε θα διαβάσεις θυμωμένα τις λέξεις του. Κι ο χαμένος θα 'σαι συ. Αυτόν δεν τον νοιάζει πια. Πιθανόν, δεν τον ένοιαζε ποτέ. Τα ταξίδια, λοιπόν· πάλι με την υπομονή και πάλι με τη γνώση, μπας και καταφέρεις ν' ανακτήσεις καινούργια υπομονή και καινούργια γνώση. Εκεί που θα πας, ας έχει και θάλασσα· βούτηξε, και τα ξαναλέμε.

«Με κάθε τρόπο / κοίτα να κρατήσεις όλα σου τα χέρια...» ― λέει. Και δεν είναι διαταγή. Ο Αλεξάνδρου δεν διατάζει, αλλά δεν εκλιπαρεί κιόλας. Σου λέει, αν θες, δες. Αν δεν θες, ούτε που με νοιάζει· εγώ κολύμπησα και δεν πνίγηκα, πάντως ― θα έλεγε, αλλά δεν είπε. Να κρατήσεις τα χέρια σου, λοιπόν, γιατί, πώς να το κάνουμε, τα χρειάζεσαι είτε για να σκουπίσεις το πρόσωπό σου (το εύκολο), είτε για ν' αγγίξεις το πρόσωπο κάποιου άλλου (το δύσκολο), είτε για να μην κάνεις τίποτε απ' όλ' αυτά (το ακατόρθωτο). Διαβάζω τον Αλεξάνδρου ως το ακατόρθωτο να μείνεις αδρανής, όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις.

Είναι πολλά τα προβλήματα, Άρη ― θα του 'λεγα. Και πώς να τα πιάσεις αποδώ, πώς να τ' αφήσεις αποκεί; Μαζί τα διαβάσαμε ― θα του ξανάλεγα. Γιατί καμιά φορά νιώθω ότι δεν μ' αφήνεις να σε διαβάσω όπως θέλω και μου επιβάλλεις τον τρόπο σου. Και εκνευρίζομαι ακόμη περισσότερο όταν απευθύνεσαι στον Λένιν, και μ' αρέσει ο τρόπος που του μιλάς, αλλά όχι αυτά που του λες. Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς, εσύ τα έζησες με άλλον τρόπο, σε άλλες συνθήκες. Τα γνωστά...

«Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές των πετρωμάτων...» ― λέει. Μετράς τον χρόνο και δεν μπορείς να τον μετρήσεις. Όχι επειδή είναι άπειρος, αλλά επειδή η μονάδα μέτρησης στον Αλεξάνδρου μετατρέπεται σε μονάδα αναμέτρησης. Μετράς τον χρόνο κι αναμετριέσαι μ' ό,τι σου 'χει απομείνει από υπομονή και γνώση (άντε πάλι τα ίδια). Μετράς τον χρόνο και αναμετριέσαι με τον κόσμο που θέλεις να σου ανήκει, αλλά δεν θέλεις ν' ανήκεις σ' αυτόν. Διπολικότητα; Μπα! Μάλλον μια διχασμένη προσπάθεια ν' αναδημιουργήσεις τη ζωή σου, αλλά ως τότε να μην της ανήκεις. Τα θέλεις όλα και τα θέλεις τώρα. Ο Αλεξάνδρου τα ξέρει αυτά, και τα λέει. Μάλλον...

«Είναι κιόλας δυο μέρες που δεν πρόσθεσες λέξη στο ημερολόγιο της συγνεφιάς...» ― λέει. Μόνο δύο; Πας να κάνεις ένα βήμα σ' αυτή τη ρημάδα τη μέρα, και καταλήγεις να παλαντζάρεις μεταξύ του θέλω και του μπορώ. Κι όσο κι αν θέλουν οι λέξεις του να μπορούμε, δεν γίνεται, ωστόσο, πάντοτε να θέλουμε. Ποιος μας έμαθε, δηλαδή, ότι η θέληση και η ικανότητα είναι έννοιες που έχουν σχέση αιτίου και αιτιατού; Κουραφέξαλα. Ο Αλεξάνδρου μάς το λέει ξεκάθαρα, νομίζω: «...η νίκη θα 'ναι δική μας» ― και συμπληρώνω: θέλουμε δεν θέλουμε, μπορούμε δεν μπορούμε. Μωροαισιοδοξία; Γιατί όχι; Αντάρτικο στη σοβαροφάνεια, με όπλα τον σαρκασμό, κυρίως προς εαυτόν.

«Κι όμως δεν αυτοκτόνησα. / Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο; / Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος / με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς / με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες» ― λέει. Και μας πετάει τη διαχρονικότητα στα μούτρα. Μόνιμα ή πρόσκαιρα σφηνωμένος μες στις πέτρες, δεν μπορείς να κουνήσεις ρούπι. Θες να βρεις την έξοδο, αλλά δεν έφυγες απ' το δάσος. Ο άνθρωπος υπάρχει μόνον ως συνάνθρωπος, αλλά, καλώς ή κακώς, μόνοι μας καταλαβαίνουμε. Αυτό είναι η αλήθεια. Όταν καταλαβαίνουμε όλοι μαζί, αυτό είναι η ευτυχία. Αλήθεια και ευτυχία δεν συμβαδίζουν. Μας το 'δειξε κι ο ίδιος. Μάλλον...

Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά απέφυγα ν' αναφέρω τη λέξη ποίηση, ποιητής και τα παράγωγά τους. Μιλάμε για τους ποιητές στη σκιά, που δεν φαίνονται με το ίδιο μάτι, που δεν εμφανίζονται ως ποιητές, που θέλουμε, ίσως, να τους βγάλουμε στον ήλιο. Να τους βγάλουμε. Να μην ξεχάσουμε μόνο να τους κάνουμε παρέα. Οι ποιητές χρειάζονται παρέα ― όχι μόνο ήλιο ή σκιά, για «...να συνεφέρουν με χαστούκια / όσους λιποθύμησαν / μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους» ― λέει."

Καλή ανάγνωση...


Το σχόλιο σας

Αποστολή ως ανώνυμος - ή -

Δέν επιτρέπεται η χρήση HTML tags για τα σχόλια αυτού του blog